Πέμπτη 16 Ιανουαρίου 2020

Μελέτη ΑΔΜΗΕ για την επάρκεια ισχύος 2020 - 2030: Κρίσιμη η περίοδος της απολιγνιτοποίησης 2021 - 2024

Επαρκής χαρακτηρίζει τη λειτουργία του συστήματος ηλεκτροπαραγωγής για τη 10ετία της μετάβασης στην πράσινη ενέργεια, η μελέτη επάρκεια ισχύος του ΑΔΜΗΕ κατά την περίοδο 2020 – 2030.
Σύμφωνα με τα σενάρια που εξέτασε ο Διαχειριστής βασιζόμενα
στο ΕΣΕΚ αλλά και σε αυτό της αυξημένης ζήτησης καταλήγει σε πέντε συμπεράσματα αναφορικά με την επάρκεια ισχύος. Κλειδιά για να αποφευχθούν μπλακ άουτ στην ηλεκτροδότηση είναι ο συνδυασμός του χρόνου της απολιγνιτοποίησης με εκείνον της ένταξης των τριών νέων θερμικών σταθμών (Πτολεμαΐδα V, Mytilineos και ΤΕΡΝΑ) συνολικής ισχύος 2.150 MW και των τεσσάρων υδροηλεκτρικών 700 MW εκ των οποίων οι τρεις πλέον των 650 MW είναι της ΤΕΡΝΑ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ. Φυσικά καθοριστικό ρόλο παίζει ο υπερδιπλασιασμός των ΑΠΕ στο σύστημα από τα  6.547 στα 15.674 MW στη δεκαετία 2020 -2030 καθώς αφενός δίνουν πρόσθετη παραγωγή στο σύστημα αφετέρου όμως κάνουν πιο δύσκολες τις προβλέψεις αναφορικά με τη διαθεσιμότητά τους. Στο σημείο αυτό ο ΑΔΜΗΕ υπογραμμίζει τη σημασία της αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας.
Η μελέτη του Διαχειριστή δείχνει τη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας για το 2020 με βάση το σενάριο του ΕΣΕΚ στα 53.200 και για το 2030 στα 60.7730 GWh
Για το 2030 η ζήτηση με το σενάριο του  ΕΣΕΚ ανεβαίνει στις 60730 και με εκείνο της αυξημένης ζήτησης στις 66160 GWh.
Η μελέτη επάρκειας ισχύος του ΑΔΜΗΕ για την περίοδο 2020 – 2030 καταλήγει στα παρακάτω συμπεράσματα:
§ Υπό τις συνθήκες που περιγράφονται στο Σενάριο Αναφοράς ΕΣΕΚ (πολύ σημαντική εξοικονόμηση ενέργειας, επίτευξη μεγάλου βαθμού διείσδυσης ΑΠΕ, πλήρης απολιγνιτοποίηση με παράλληλη αντικατάσταση με νέο παραγωγικό δυναμικό), η λειτουργία του συστήματος ηλεκτροπαραγωγής μπορεί να χαρακτηριστεί επαρκής καθ’ όλη την υπό εξέταση περίοδο 2020 – 2030.
§ Για το έτος όμως 2021, κατά το οποίο αποσύρονται λιγνιτικές μονάδες, χωρίς όμως να έχει προστεθεί νέο συμβατικό παραγωγικό δυναμικό στο Σύστημα, η επάρκεια του συστήματος είναι ευάλωτη στις διαμορφούμενες κλιματολογικές και υδρολογικές συνθήκες. Υπό δυσμενείς συνθήκες υπάρχει πιθανότητα το σύστημα παραγωγής να μην μπορεί να ικανοποιήσει επαρκώς τις αιχμές φορτίου.
§ Η αναμενόμενη ένταξη των νέων μονάδων της Πτολεμαΐδας V και των νέων μονάδων Συνδυασμένου Κύκλου ΦΑ, υπό τις υποθέσεις του Σεναρίου ΕΣΕΚ, σε συνδυασμό με την έναρξη της λειτουργίας της δεύτερης διασύνδεσης με τη Βουλγαρία, φαίνεται να αντισταθμίζει την απόσυρση του συνόλου των υφιστάμενων λιγνιτικών μονάδων, βελτιώνοντας αισθητά την επάρκεια του συστήματος Από το 2025 και μετά, η ένταξη της νέας αντλητικής ισχύος, αλλά και η διαρκής αύξηση της εγκατεστημένης ισχύος των ΑΠΕ έχουν ως αποτέλεσμα οι τιμές του δείκτη LOLE να παραμένουν ιδιαίτερα χαμηλές. Επιβεβαιώνεται ότι η συμβολή της αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας στην επάρκεια ισχύος είναι σημαντική, ιδίως όταν συνδυάζεται με υψηλή διείσδυση στοχαστικών ΑΠΕ.
§ Από τα αποτελέσματα της ανάλυσης ευαισθησίας φαίνεται ότι η κρισιμότερη περίοδος για την επάρκεια του συστήματος είναι η περίοδος 2021-2024 κατά την οποία προβλέπεται η πλήρης απόσυρση των υφιστάμενων λιγνιτικών μονάδων. Σε περίπτωση που τα μέτρα εξοικονόμησης ενέργειας δεν αποδώσουν στο βαθμό που προβλέπεται στο υπό διαβούλευση ΕΣΕΚ, και η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας αυξηθεί περισσότερο, ή δεν ενταχθούν εγκαίρως στο σύστημα οι προβλεπόμενες νέες μονάδες, η επάρκεια του συστήματος καθίσταται ιδιαίτερα ευάλωτη στις διαμορφούμενες κλιματολογικές και υδρολογικές συνθήκες, και φαίνεται ότι ενδέχεται να υπάρχει αυξημένη πιθανότητα το σύστημα παραγωγής να μην μπορεί να ικανοποιήσει επαρκώς τις αιχμές φορτίου κατά την περίοδο αυτή, παρά τη θεώρηση νέας δυναμικότητας διεθνών διασυνδέσεων.
§ Τυχούσα καθυστέρηση της ένταξης των νέων μονάδων πέραν του 2025 αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο μη ικανοποιητικής κάλυψης της ζήτησης, ιδίως σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί σταθεροποίηση της ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας στα προβλεπόμενα από το ΕΣΕΚ επίπεδα. Συνοψίζοντας τα παραπάνω, συμπεραίνεται ότι η απολιγνιτοποίηση του συστήματος ηλεκτροπαραγωγής θα πρέπει να συμβαδίζει χρονικά με την ένταξη νέας ισχύος, καθώς σε αντίθετη περίπτωση, παρά τη θεώρηση νέας δυναμικότητας διεθνών διασυνδέσεων, υπάρχει πιθανότητα το σύστημα παραγωγής να μην μπορεί να ικανοποιήσει επαρκώς τις αιχμές φορτίου υπό δυσμενείς συνθήκες.
Η ζήτηση το 2000 – 2019
Ο μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησης της συνολικής καθαρής ζήτησης κατά τη δεκαετία 2000- 2010 ήταν 2.17%, σύμφωνα με τον ΑΔΜΗΕ, παρουσιάζοντας σημαντική μείωση σε σχέση με τις περασμένες δεκαετίες.
Κατά την περίοδο 2000-2007 ο μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησης της συνολικής καθαρής ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας ήταν 3.39%. Το 2008, απαρχή της οικονομικής κρίσης, η συνολική καθαρή ζήτηση (χωρίς το φορτίο άντλησης) στο Σύστημα ανήλθε στις 56.3 TWh που αποτελεί ιστορικό μέγιστο, παρουσιάζοντας αύξηση 1.11% σε σχέση με το 2007.
Το 2009 χαρακτηρίστηκε από σημαντική μείωση της συνολικής καθαρής ζήτησης στο Σύστημα, κατά 5.01% έναντι του 2008, η οποία οφείλεται στην αξιοσημείωτη μείωση των βιομηχανικών φορτίων κατά 20.19% σε σχέση με το 2008, ενώ η κατανάλωση σε επίπεδο Διανομής εμφανίστηκε επίσης μειωμένη κατά 3.63%.
Έπειτα από το 2013 η συνολική καθαρή ζήτηση της ηλεκτρικής ενέργειας στο ΕΣΜΗΕ παρουσιάζει μια σταθεροποίηση περί τις 51 TWh. Το 2018 η συνολική καθαρή ζήτηση της ηλεκτρικής ενέργειας στο ΕΣΜΗΕ ανήλθε σε 51462 GWh, παρουσιάζοντας μείωση κατά 1.0 % έναντι του 2017. Από τα μέχρι τώρα στοιχεία του 2019 φαίνεται ότι η συνολική καθαρή ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας στο ΕΣΜΗΕ κατά το πρώτο δεκάμηνο του 2019 είναι αυξημένη κατά 2.9% έναντι αυτής της αντίστοιχης περιόδου του 2018.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου