Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2016

Η ΔΕΗ αντιμέτωπη με την πρόκληση της αγοράς δικαιωμάτων εκπομπών για το 2017.

Δημ. Κοιλάκος

Μια από τις πολλές πτυχές των πιεστικών οικονομικών ζητημάτων που καλείται να αντιμετωπίσει η ΔΕΗ έχει να κάνει και με την απόκτηση των απαιτούμενων δικαιωμάτων εκπομπών αερίων θερμοκηπίου.
Ως γνωστόν, η ΔΕΗ, στα πλαίσια του υφιστάμενου πλαισίου ETS, χρειάζεται να αγοράζει δικαιώματα εκπομπών CO2 για να καλύπτει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις
πραγματικές εκπομπές CO2 των θερμικών μονάδων
παραγωγής.
Σύμφωνα με το ισχύον πλαίσιο, οι υποχρεώσεις αυτές συμψηφίζονται με τυχόν δικαιώματα CO2 που κατέχονται από δωρεάν κατανομές.
Όπως είδαμε πρόσφατα, η απόκτηση δωρεάν δικαιωμάτων αποτελεί βασική επιδίωξη της ΔΕΗ για το μέλλον, με τις προοπτικές να διαφαίνονται πιο ευοίωνες πλέον, μετά και την απόφαση της τελευταίας συνόδου της Eurelectric.
Με τα μέχρι στιγμής δεδομένα, πάντως, η ΔΕΗ δεν δικαιούται δωρεάν κατανομή δικαιωμάτων για τις εκπομπές CO2 των υπόχρεων σταθμών παραγωγής της, με εξαίρεση τις εκπομπές που αντιστοιχούν σε παροχή θερμικής ενέργειας για τηλεθέρμανση.
Έτσι, το «βάσανο» της απόκτησης των απαιτούμενων δικαιωμάτων για τα 2017 έρχεται να προστεθεί στα πολλά που έχουν να διαχειριστούν όσοι έχουν επιφορτιστεί με το καθήκον να λύσουν το γόρδιο δεσμό των οικονομικών της ΔΕΗ.
Η απόφαση του ΔΣ
Με το συγκεκριμένο ζήτημα ασχολήθηκε το Διοικητικό Συμβούλιο της ΔΕΗ στις 8 Νοεμβρίου, στο οποίο αποφασίστηκε ομόφωνα η στρατηγική, τα εγκριτικά όρια καθώς και οι διαδικασίες μέσω των οποίων θα κινηθεί η ΔΕΗ στη συγκεκριμένη αγορά του χρόνου.
Η ΔΕΗ είναι αποφασισμένη να κινηθεί ιδιαίτερα προσεκτικά σε σχέση με αυτές τις συναλλαγές, κι αυτό πρωτίστως λόγω των δυσχερειών στη ρευστότητά της. Έτσι, όπως αποφασίστηκε, θα προβαίνει στην αγορά των δικαιωμάτων που αντιστοιχούν στις προβλεπόμενες εκπομπές του κάθε μήνα, όσο το δυνατό αργότερα, δηλαδή στο μικρότερο δυνατό διάστημα πριν τις αρχές του εκάστοτε μήνα.
Σύμφωνα με την απόφαση της ΔΕΗ, εκτιμάται ότι το ανώτατο κόστος των σχετικών συναλλαγών για το 2017 θα ανέλθει στα 300 εκατ. ευρώ. Αυτό προκύπτει δεδομένου ότι ως ανώτατο όριο στην αθροιστική αξία συναλλαγών δικαιωμάτων εκπομπών ανά μήνα τίθενται, σύμφωνα με πληροφορίες, τα 25 εκατ. ευρώ, με τη σχετική δικαιοδοσία να περνάει στο Διευθυντή της Διεύθυνσης Διαχείρισης Ενέργειας.
Τα συμβόλαια άμεσης και μελλοντικής εκπλήρωσης δικαιωμάτων εκπομπών θα εκτελούνται στα Χρηματιστήρια EEX και ICE, καθώς επίσης και απευθείας με τους αντισυμβαλλόμενους, σε συνεργασία με τη Διεύθυνση Επενδυτικών Σχέσεων και Χρηματοδότησης, μέσω εξουσιοδοτημένων μισθωτών.
Παράλληλα, στα πλαίσια μάλλον και των ευρύτερων αλλαγών στη διοικητική δομή της ΔΕΗ, εφεξής οι συγκεκριμένες συναλλαγές δεν θα εποπτεύονται από την τριμελή επιτροπή του Διοικητικού Συμβουλίου που ήταν επιφορτισμένη με το συγκεκριμένο καθήκον βάσει και της περσινής αντίστοιχης απόφασης, καθώς δε γίνεται σχετική αναφορά φέτος, αλλά η διαδικασία θα λειτουργεί βάση του προαναφερθέντος σχήματος.
Όπως αποφασίστηκε, το ΔΣ παρέχει έγκριση για τη διενέργεια συναλλαγών δικαιωμάτων εκπομπών αποκλειστικά για λόγους συμμόρφωσης και βελτιστοποίησης του χαρτοφυλακίου δικαιωμάτων. Όπως διευκρινίστηκε, η απόφαση αυτή καλύπτει και το λεγόμενο roll-over,δηλαδή τη μετακύλιση θέσεων.
Κατά την πάγια τακτική της, η ΔΕΗ δεν διατίθεται να προβεί σε τέτοιου είδους συναλλαγές για εμπορικούς λόγους, με στόχο την επίτευξη κέρδους από την αξιοποίηση των μεταβολών στις τιμές αγοράς και πώλησης.
Η δέσμευση αυτή του ΔΣ της ΔΕΗ έχει τη σημασία της, κι ενδεχομένως κι αρκετούς αποδέκτες, σε μια περίοδο που αρκετοί υποστηρίζουν ότι η κερδοσκοπία μέσω του λεγόμενου speculative trading διασαλεύει τον αρχικό προορισμό και χαρακτήρα τέτοιου είδους συναλλαγών.
Ο αντίκτυπος στα οικονομικά της ΔΕΗ
Το κόστος απόκτησης των απαιτούμενων δικαιωμάτων δεν είναι διόλου αμελητέο. Σύμφωνα με την εξαμηνιαία οικονομική έκθεση της ΔΕΗ για το πρώτο εξάμηνο του 2016, η δαπάνη για δικαιώματα εκπομπών CO2 διαμορφώθηκε σε 84,5 εκατ. ευρώ και ήταν κατά 21% μειωμένη σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2015. Η μείωση αυτή οφείλεται στη μείωσης των εκπομπών κατά 20%, ως αποτέλεσμα της χαμηλότερης παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από λιγνίτη.
Συγκεκριμένα, από τα 15,5 εκατ. τόνους του πρώτου εξαμήνου του 2015, οι εκπομπές μειώθηκαν στους 12,4 εκατ. τόνους από τον Ιανουάριο μέχρι και τον Ιούνιο του 2016.
Συνολικά για το 2015, με βάση τα στοιχεία που καταγράφονταν στην ετήσια οικονομική έκθεση της ΔΕΗ για το προηγούμενο έτος, ο συνολικός όγκος εκπομπών CO2 των υπόχρεων εγκαταστάσεων της ΔΕΗ ανήλθε σε 34,30 εκατ. τόνους, άρα τόσο ήταν και το σύνολο των δικαιωμάτων που απαιτούνταν να παραδοθούν.
Eπιχειρώντας έναν αδρομερή υπολογισμό, βρίσκουμε ότι η προβολή των συγκεκριμένων στοιχείων σε ολόκληρο το έτος δίνει αποτέλεσμα περίπου 158,8 εκατ. ευρώ για 27,44 εκατ. τόνους για το 2016.
Βέβαια, ο υπολογισμός αυτός δε διεκδικεί δάφνες ακριβούς πρόβλεψης, καθώς έχουμε θεωρήσει ότι διατηρείται σταθερή η αναλογία εξαμηνιαίων κι ετήσιων εκπομπών στις δυο χρονιές, ενώ για το β’ εξάμηνο του 2016 χρησιμοποιήσαμε το μέσο όρο από τις μέσες μηνιαίες τιμές στις δημοπρασίες που έγιναν μετά τον Ιούνιο και μέχρι σήμερα.
Παρά τα περιθώρια αστοχίας, έχουμε έτσι μια αίσθηση των μεγεθών για το 2016, ώστε να μπορούμε να δούμε ποιες ανησυχίες αποτυπώνονται στην απόφαση του ΔΣ της ΔΕΗ για το 2017, αλλά και ποιες προοπτικές υπάρχουν.
Δύο παράγοντες θα καθορίσουν την πορεία
Δύο είναι οι παράγοντες που θα καθορίσουν τελικά τις απαιτούμενες δαπάνες. Από τη μια το ύψος των δικαιωμάτων που θα κληθεί να αγοράσει η ΔΕΗ κι από την άλλη το κόστος αγοράς των δικαιωμάτων.
Στην παρούσα φάση, οι παράγοντες αυτοί επιδρούν αντίρροπα.
Σε κατεύθυνση μείωσης των απαιτούμενων δαπανών κινείται η προσπάθεια που καταβάλλει η ΔΕΗ να μειώσει σημαντικά το ποσοστό συμμετοχής των λιγνιτικών μονάδων στην ηλεκτροπαραγωγή της.
Είναι χαρακτηριστικό ότι την τελευταία διετία έχουν αποσυρθεί μονάδες ορυκτών καυσίμων συνολικής ισχύος 791 MW, εκ των οποίων τα 418 MW αφορούν λιγνιτικές μονάδες. Για την επόμενη δεκαετία, έχει προγραμματιστεί η απόσυρση 3.304 MW συμβατικής ισχύος, με τα 2.253 MW εξ αυτών να αντιστοιχούν σε λιγνιτικές μονάδες. Μάλιστα, το μερίδιο του λιγνίτη στο χαρτοφυλάκιο πωλήσεων της ΔΕΗ ήταν 35% το 2015, ενώ πριν από μια δεκαετία έφτανε περίπου το 60%.
Από την άλλη, η σταθεροποίηση της ανοδικής τάσης που καταγράφεται τελευταία στις τιμές των δικαιωμάτων θα οδηγούσε σε σημαντική αύξηση των απαιτούμενων σχετικών δαπανών.
Μελετώντας τη διακύμανση των τιμών μέσα από τα στοιχεία που δίνει ο ΛΑΓΗΕ, βλέπουμε ότι, παρά τη σημαντική πτωτική πορεία των τιμών από τα τέλη του 2015 ως το φετινό Φλεβάρη, είναι σαφής η ανοδική τους τάση από τις αρχές του φετινό Σεπτέμβρη. Αν αυτή η ανοδική τάση συνεχιστεί και το 2017, τα πράγματα θα δυσκολέψουν αρκετά.
Τέτοιου είδους ανησυχίες ενισχύονται, δεδομένων των πιέσεων που ασκούνται από πολλές πλευρές. Είναι χαρακτηριστικό, άλλωστε, ότι η άνοδος των σχετικών τιμών αποτελεί θέση της Eurelectric, ενώ στην κατεύθυνση ακόμα μεγαλύτερης αύξησης πιέζουν με τη γνωστή τους πλέον παρέμβαση 7 μεγάλες ευρωπαϊκές εταιρείες ηλεκτρικής ενέργειας. Αξίζει να σημειωθεί, δε, ότι αυτό αποτυπώνεται και στο  νέο οδικό χάρτη της Γερμανίας για την κλιματική και ενεργειακή πολιτική με άξονα το 2050.
Η ΔΕΗ προετοιμάζεται για κάθε ενδεχόμενο
Βλέπουμε, λοιπόν, ότι το ΔΣ της ΔΕΗ, θέτοντας ως ανώτατο όριο για τη σχετική δαπάνη για το 2017 τα 300 εκατ. ευρώ, προσπαθεί να διαμορφώσει τη στρατηγική του ώστε να αντιμετωπίσει τον υπαρκτό κίνδυνο αυξημένων τιμών των δικαιωμάτων εκπομπών, οι οποίες θα επηρεάσουν τα λειτουργικά κόστη της επιχείρησης.
Είναι, άλλωστε, χαρακτηριστικό ότι στη φετινή εξαμηνιαία έκθεση της ΔΕΗ γίνεται ρητή αναφορά σχετικά στο ενδεχόμενο η εταιρεία να κληθεί να διαχειριστεί τον κίνδυνο αυξητικής μεταβολής της τιμής των δικαιωμάτων εκπομπών, η επαρκής αντιστάθμιση του οποίου δεν είναι δεδομένο ότι μπορεί εύκολα να διασφαλιστεί.
Μάλιστα, όπως σημειώνεται και στην έκθεση, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να ενσωματωθούν οι αυξήσεις αυτές στα τιμολόγια της ΔΕΗ.
Σε κάθε περίπτωση, πάντως, με τη σχετική απόφαση του ΔΣ της, η ΔΕΗ επιδιώκει να επιβεβαιώσει ότι η εκτιμώμενη θετική πορεία για το 2016 θα συνεχιστεί και το 2017.
Ο κίνδυνος, βέβαια, παραμονεύει, και η επισφάλεια των οικονομικών της ΔΕΗ καθιστά ακόμα μεγαλύτερη την πρόκληση που καλείται να διαχειριστεί η διοίκησή της, προκειμένου να κατορθώσει να ανταποκριθεί  στις σχετικές υποχρεώσεις βάσει του προγραμματισμού που έχει θέσει.
Aπό energypress.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου